Αντώνης Φώτσης: Η χαρά του παιχνιδιού

Νίκη Μπάκουλη 27 Φεβρουαρίου, 2019
Αντώνης Φώτσης: Η χαρά του παιχνιδιού

Η πρώτη ανάμνηση που έχω από τον Αντώνη είναι απ’ όταν ήταν 16 χρόνων, σε τίτλο που ανέφερε “ο πλέι μέικερ του 2000”. Μη γελάς.

Έτσι συστήθηκε στο πανελλήνιο, από τους ρεπόρτερ της εποχής που εκείνη τη χρονική στιγμή είχαν επικεντρώσει στη μεταγραφή του Φάνη Χριστοδούλου στον Παναθηναϊκό. Κάπου, στο τέλος της ειδησεογραφίας, υπήρχε και αυτό για το “ο πλέι μέικερ του 2000”, ύψους 2.03, από τον Ηλυσιακό.

Μετά, θυμάμαι και την αγωνιώδη προσπάθεια συναδέλφων που τον προσέγγισαν πρώτοι να μιλήσει για τη μεταγραφή, την ταμπέλα, τις -υψηλές- προσδοκίες. Οι απαντήσεις ήταν σταθερά μονολεκτικές, με τον μικρό να διακρίνεται από ευγένεια και σεβασμό, αλλά να μην παραχωρεί χιλιοστό από το δαίδαλο των σκέψεων του.

Η επόμενη εικόνα είναι μετά τη χρονιά του στο ΝΒΑ, σε αποστολή της Εθνικής. Τον άκουγα να πειράζει όλους τους συμπαίκτες του -που ανέκαθεν για εκείνον ήταν φίλοι του. Να ‘χει χιούμορ, οξυδέρκεια, έτοιμη -πληρωμένη- απάντηση για όλους. Θυμάμαι να σκέφτομαι “αυτό είναι το παιδί που έπρεπε να διατυπώνεις ερώτηση με 50 λέξεις, για να μπορείς να διαχειριστείς το «όχι» του ή το «ναι» ή το «θα δούμε» του”;

Μετά, τον πέτυχα στα χρόνια που έκανα ρεπορτάζ Παναθηναϊκού -πάντα ο ίδιος, πάντα συνεπής στα “θέλω” του, στους κανόνες που ‘χε βάλει από παιδί στον εαυτό του. Μεσολάβησε ένα κενό και η νέα συνάντηση, με τον Αντώνη να ‘χει κατακτήσει ουκ ολίγους τίτλους, να ‘χει γίνει και  γήπεδο.

Προφανώς και ο Φώτσης του 1997 έχει τις διαφορές του από τον Φώτση του 2019. Ο Αντώνης όμως, τι διαφορές έχει;

«Δεν είναι μεγάλες. Τι να σου πω; Όπως αισθάνθηκα την πρώτη φορά που έπιασα την μπάλα στα χέρια μου, ως παιδί, ένιωσα και σήμερα που με πήρες τηλέφωνο και ήμουν ακόμα στα Ιλίσια. Δεν έχει αλλάξει το παραμικρό».

Όταν είναι να αρχίσει ο αγώνας, είτε παίζω σε τελικό Ευρωλίγκας, είτε με φίλους μου στο ανοιχτό, αισθάνομαι το ίδιο.

Αυτό δεν είναι ευλογία; Να ‘χεις την τύχη να βρεις τι σε κάνει χαρούμενο από παιδί, να ‘χεις πάντα “γεμάτη” ψυχή; «Σίγουρα. Είναι ευλογία να βρίσκεις αυτό που σου ταιριάζει, που σε κάνει χαρούμενο και να το κάνεις και επάγγελμα».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Ένα άλλο κοινό είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος του για συνεντεύξεις. Εμείς κάναμε συζήτηση. Βέβαια, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο Δημήτρης Ελευθερόπουλος (υπάρχει ένας τεράστιος αλληλοσεβασμός μεταξύ τους), δεν θα ‘χαμε ποτέ αυτήν την ευκαιρία. Για την οποία θα σου πω από τώρα πως νιώθω ευγνώμων, διότι γνώρισα -επί της ουσίας- έναν εξαιρετικό άνθρωπο.

«Υποθέτω ότι δεν με εξιτάρισε ποτέ η διαδικασία των συνεντεύξεων. Όχι γιατί ήμουν σνομπ. Περισσότερο ένιωθα πως δεν το “είχα”, ότι δεν ήταν κάτι που μπορούσε να κεντρίσει την προσοχή μου. Σίγουρα είναι ωραίο να μπορείς να μιλήσεις, να πεις πράγματα, να επικοινωνήσεις τις σκέψεις σου».

Ομολογώ πως στα 16 περνούσα μια φάση στην οποία ήμουν λίγο περίεργος. Δεν έλεγα “καλημέρες”, δεν έλεγα τίποτα. Για να σου δώσω να καταλάβεις, εμφανιζόμουν Πρωτοχρονιά στην προπόνηση και δεν έλεγα τίποτα. Απλά έμπαινα στο γήπεδο και άρχιζα δουλειά. Δεν ήταν θέμα αγένειας, αλλά πλάνου.

«Είχα αποφασίσει, δηλαδή, από πριν πως δεν θα μιλήσω. Γιατί; Έτσι (γελάει). Έκανα πλάκες, έκανα τα πάντα, αλλά είχα κάτι κολλήματα, με το “γεια”, το “καλημέρα”, το “καληνύχτα”, το “ευχαριστώ”, το “χρόνια πολλά’”. Με ό,τι συμβατικό. Με όλα τα “πρέπει”.

Από τα δέκα που δεν έλεγε τότε «πλέον, δεν λέω τα 2-3. Ποια μου ξέφυγαν; Ακόμα, δεν κάνω παλαμάκια. Δεν είμαι “παλαμάκιας” (γελάει). Δεν μου αρέσει».

Ο Αντώνης και ο Βαγγέλης

Ο γιος του, Βαγγέλης -10 χρόνων σήμερα- ασχολείται με το μπάσκετ. Τον ρώτησα αν έβαλε εκείνος το χεράκι του ή ήταν κάτι που θέλησε να δοκιμάσει το ίδιο το παιδί. Εκείνος ασχολήθηκε με το μπάσκετ γιατί τον έσπρωξε εκεί ο πατέρας του ή ήταν δική του ανάγκη;

«Θα μιλήσω πρώτα για το παιδί -είναι η μόνη προτεραιότητα που ‘χω πια- και θα σου πω ότι εκείνος μου ζήτησε να πάμε στο μπάσκετ. Δεν τον πήγα εγώ. Αν θέλει να παίξει μπάσκετ, θα αισθανθώ ευτυχής και θα μπορώ να τον βοηθήσω σε κάτι που ξέρω. Αν δεν παίξει, δεν έπαιξε. Δεν θα γίνει και κάτι. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να κάνει ό,τι τον κάνει χαρούμενο και θα είμαι δίπλα του. Θα ήθελα πάντως, να ασχοληθεί με ένα σπορ».

Μακάρι το παιδί να κάνει το οποιοδήποτε άθλημα, για να φροντίσει το σώμα του, αλλά και για να προετοιμαστεί κατάλληλα για την καθημερινότητα, που είναι σκληρή. Δεν είναι παίξε-γέλασε. Κανείς δεν σου χαρίζεται. Αυτό ήταν κάτι που μου δίδαξε το μπάσκετ.

«Δεν βρέθηκε κάποιος να μου πει “επειδή είσαι ο Αντώνης, παίξε 40 λεπτά”. Έπαιρνα ό,τι άξιζα, ό,τι κέρδιζα από την προσπάθεια που έκανα. Αυτό μου το έμαθε το ομαδικό άθλημα. Μου έμαθε και να συνυπάρχω με άλλους, να έχω υπομονή, να μην τα παρατάω και να τσεκάρω πάντα το “εγώ” μου. Αυτά είναι πράγματα που μόνο ο αθλητισμός μπορεί να σου διδάξει».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Ο Αντώνης, προς το παρόν, τον συνοδεύει στις προπονήσεις και τα παιχνίδια. Εννοώ δεν τον έχει  “γεμίσει” πληροφορίες. «Δεν του λέω τίποτα. Έχει προπονητές να ασχοληθούν μαζί του. Αν ζητήσει κάτι, θα είμαι εκεί και θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο ρεαλιστής γίνεται. Αλλά, δεν είναι αυτός ο λόγος που δεν του ‘χω πει τίποτα ακόμα».

Δεν μπορώ να πω ψέματα στο παιδί. Αν αρχίσω να του λέω από τώρα αλήθειες, δεν θα ξανακουμπήσει μπάλα μπάσκετ!.

Αυτό το έκανε και ο πατέρας του. «Αν μου έλεγε από τα 9-10 πως θα κάνω 10 ώρες προπόνηση την ημέρα, θα μου ερχόταν ταμπλάς. Το πιθανότερο θα ήταν να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Ο πατέρας μου δεν μου είπε ποτέ ευθέως “θα παίξεις μπάσκετ”. Αυτό που έγινε ήταν ότι με έπαιρνε σε όλες τις προπονήσεις, στα γήπεδα. Είχα πάντα μια μπάλα στα χέρια μου».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Δεν μπορώ να σου πω ότι κατάλαβα από την αρχή πως το μπάσκετ είναι κάτι που μου αρέσει. Μπορώ, όμως, να σου πω ότι ακόμα βλέπω το μπάσκετ όπως τότε, που έπαιζα με τους φίλους μου στα ανοιχτά γήπεδα των Ιλισίων.  

«Εξελίχθηκε σε επάγγελμα. Σίγουρα, στο διάβα, άλλαξαν κάποια πράγματα, σε ό,τι αφορά το τι έβλεπαν άλλοι σε εμένα ή το πώς έβλεπα εγώ το άθλημα. Από ένα σημείο και μετά, έγινε τρόπος ζωής. Έγινε επάγγελμα. Ήταν η δουλειά μου. Η αγάπη ωστόσο, που είχα από τα 5, παραμένει η ίδια μέχρι σήμερα. Δεν έχει αλλάξει τίποτα σε αυτό».

Ήταν δηλαδή, ένας προορισμός ζωής που είχε την τύχη να ανακαλύψει -υπάρχουν πολλοί που γεννιούνται με ένα ταλέντο, το οποίο δεν ανακαλύπτουν ποτέ. «Είμαι χαρούμενος που έκανα επάγγελμα αυτό που αγαπώ. Την ίδια αγάπη, ωστόσο, ένιωθα στα 16, στα 25 που πήρα λεφτά και τώρα που δεν παίρνω τίποτα. Ελπίζω και πιστεύω πως έτσι θα παραμείνω».

Στον Ηλυσιακό ήταν που γεννήθηκε η αγάπη του για το άθλημα.

«Την πρώτη φορά που πήγα στο “μίνι” και έπιασα την μπάλα, που έκανα το πρώτο μου σουτ, ξεκίνησαν όλα. Είδα ότι μου αρέσει πάρα πολύ και αυτό που θέλω να κάνω σε όλη μου τη ζωή -όχι απαραίτητα ως επάγγελμα. Αυτό δεν με απασχολούσε καν. Ακόμα και αν έπαιζα μόνο με τους φίλους μου, την ίδια χαρά θα ένιωθα».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Ένας αστικός μύθος αναφέρει πως δεν έβγαινε με τους συνομήλικους συμπαίκτες του. «Δεν είναι μύθος. Είναι η αλήθεια».

Ξέρεις, παρασύρομαι εύκολα. Ακόμα. Και, για αυτό, από μικρός είχα βάλει κάποιους κανόνες στη ζωή μου, τους οποίους τηρώ μέχρι σήμερα. Δηλαδή, αν δω 3-4 να κάνουν κάτι που είναι λάθος, δεν έχω τη δύναμη να καθίσω να σκεφτώ πως είναι λάθος και να μην ακολουθήσω. Ενδεχομένως να παρασυρθώ. Και για αυτό έφτιαξα κανόνες.

«Ο πατέρας μου έπαιξε μεγάλο ρόλο σε αυτό. Είχε πολλά χρόνια εμπειρίας στο μπάσκετ, στοιχείο που δεν μαθαίνεται. Το αποκτάς με τον καιρό -κανείς δεν γεννήθηκε με εμπειρία. Με βοήθησε λοιπόν, σε αυτό το κομμάτι. Δεν λέω πως δεν μου έχουν λείψει πράγματα από τα παιδικά μου χρόνια. Νιώθω όμως, χαρούμενος και “γεμάτος” από ό,τι έκανα. Τόσο που, αν είχα πάλι την ευκαιρία της επιλογής, θα έκανα τα ίδια».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Πότε και πώς κατάλαβε ότι του λείπουν πράγματα; Γιατί, από όταν θυμάται τον εαυτό του, η ζωή του ήταν πολύ συγκεκριμένη. Εννοώ, δεν πρόλαβε να μάθει σε κάτι άλλο, ώστε να το λησμονήσει. «Η αλήθεια είναι πως τότε δεν αισθανόμουν πως μου λείπει κάτι, γιατί η ζωή μου ήταν πάντα πολύ συγκεκριμένη. Αφενός μου άρεσε να παίζω μπάσκετ, αφετέρου ένιωθα πως το κανονικό, για εμένα, είναι να είμαι όλη μέρα στο γήπεδο, όσο πιο πολύ μπορώ».

Σκέψου, είχα φτάσει τον πατέρα μου, που το μπάσκετ είναι η ζωή του, στο σημείο να έρχεται να με μαζέψει από το γήπεδο (γελάει). Και δεν έπαιζα όλες αυτές τις ώρες, γιατί είχα στο μυαλό μου να βελτιωθώ. Δηλαδή, δεν έκανα 100 σουτ την ημέρα, μέχρι να τα βάλω όλα. Το έκανα, επειδή ήμουν με 4-5 άλλους και περνούσα ωραία. Και ας μην έπαιζα. Και ας μην έβαζα κανένα σουτ!

Όσο απαιτητικός ήταν ο πατέρας του στα θέματα του μπάσκετ, ήταν η μητέρα του σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής του. Και πού ανέπνεε; «Στο γήπεδο. Ίσως για αυτό ξημεροβραδιαζόμουν σε αυτό (γελάει)».

Με την απόσταση του χρόνου που υπάρχει πια, θα σου πει ότι «το μπάσκετ μου “πήρε” πράγματα που δεν αναπληρώνονται. Τα καλύτερα χρόνια, από τα 15 έως τα 30. Ξέρεις, υπάρχει κόσμος που σκέφτεται για τους επαγγελματίες αθλητές πως κερδίζουν χρήματα με τα οποία ζουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Και αυτό είναι αλήθεια, σε πολλές περιπτώσεις.

Εννοώ ότι, αν ξεχωρίσεις ως επαγγελματίας αθλητής, παίρνεις πολλά λεφτά -τόσα που φτάνουν και για τα παιδιά των παιδιών σου. Μετά, είναι στο χέρι σου το πώς θα τα χρησιμοποιήσεις, για να μην εξαφανιστούν.

Όσα όμως και αν δώσεις, δεν μπορείς να ξαναγίνεις 20, να μην έχεις άγχη, να μην κρίνεσαι καθημερινά και να μπορείς να αράξεις, έστω για μια μέρα».

Το μπάσκετ μου έδωσε πράγματα που δεν βρίσκεις πουθενά αλλού και μου πήρε πράγματα που δεν θα ξαναβρώ.

Στο σχολείο πήγαινε; «Αραιά και πού πήγαινα και σχολείο! Εννοείται πως δεν συστήνω στα παιδιά να είναι αμελείς μαθητές. Η “στραβή” υπάρχει πάντα στον αθλητισμό. Μπορεί να προκύψει ένα πρόβλημα και να “κοπεί” η καριέρα σου. Οφείλεις να είσαι προετοιμασμένος για όλα τα ενδεχόμενα. Αν, λοιπόν, είσαι σωστός στο σχολείο ό,τι “στραβή” και αν προκύψει, θα επιβιώσεις, θα προχωρήσεις. Το σχολείο πρέπει να υπάρχει πάντα ως βάση».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Στα χρόνια που έπαιζε στο κορυφαίο επίπεδο, ήταν τόσο μετρημένος στις λέξεις του που κάποιες φορές ένιωθες ότι ίσως να αμφισβητεί την ικανότητα του στην επικοινωνία, γιατί δεν είχε τις βάσεις από το σχολείο. Σε όσους επέτρεψε να τον γνωρίσουν, είχαν διακρίνει πως, αν μη τι άλλο, είναι ευφυής, με έντονο ενδιαφέρον για πολλά διαφορετικά θέματα και ξεκάθαρες απόψεις επί βασικών ζητημάτων.

Ποτέ δεν με απασχόλησε τι θα πει ο τρίτος, όταν ήμουν στο παρκέ ή στην τηλεόραση. Έκανα ό,τι μου άρεσε και με έκανε να περνάω καλά. Από εκεί και πέρα, ο καθένας λέει ό,τι θέλει.

Είτε είσαι μορφωμένος, είτε όχι, είτε είσαι καλός μπασκετμπολίστας, είτε όχι, ο σωστός πάντα θα προχωρήσει. Αυτός που έχει μάθει τις αξίες από την οικογένειά του και προσπαθεί με ό,τι δύναμη διαθέτει, θα προχωρήσει. Τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Το σημαντικό είναι να είσαι καλός άνθρωπος και να θέλεις κάτι πολύ».

Έχει συνειδητοποιήσει τι κατάφερε στην καριέρα του; Γιατί, αν μη τι άλλο, δεν άλλαξε κάτι στη συμπεριφορά του. Στον τρόπο που φέρει τον εαυτό του. Κάτι που ισχύει και για την παρέα που απέκτησε, μέσω του μπάσκετ. Μια παρέα που έδωσε στην Ελλάδα πολλές επιτυχίες.

«Όλα τα παιδιά της γενιάς μας, αυτά που υπήρξαμε μαζί στις εθνικές ή στους συλλόγους, πάνω κάτω, είχαμε την ίδια νοοτροπία. Χαιρόμασταν που βρισκόμασταν στο ίδιο παρκέ».

Είναι πολύ ωραίο το να κερδίζεις, αλλά εμείς από την πρώτη ημέρα που μαζευόμασταν, χαιρόμασταν που ήμασταν εκεί γιατί είχαμε δίπλα μας άτομα με τα ίδια ενδιαφέροντα. Είχαμε καλές σχέσεις, βγαίναμε μαζί, περνούσαμε παντού καλά μαζί. Ήμασταν χαρούμενοι και παραμέναμε χαρούμενοι ακόμα και όταν χάναμε. Βέβαια, κυρίως ήμασταν πολύ χαρούμενοι, γιατί κερδίζαμε! 

«Πέραν του ότι ήταν όλα καλά παιδιά, ήταν και πολύ καλοί παίκτες, ο καθένας στη θέση του. Δηλαδή, είχαμε 2-3 παίκτες που ήταν εκείνη την εποχή στο ΤΟΡ10 της Ευρώπης στη θέση τους».

Τι τους έκανε ξεχωριστούς; Πού οφείλεται η συνέπεια που είχαν για χρόνια, κάτι που ‘χουμε να δούμε από τότε; «Δεν μπορώ να συγκρίνω αυτό που ζήσαμε εμείς με το τι προϋπήρχε ή το τι ακολούθησε. Μπορώ να μιλήσω μόνο για εμάς. Όλα τα παιδιά ήταν συνειδητοποιημένα. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δεν είχαμε μόνο 1-2 καλά χρόνια. Μπορούμε να δούμε πως όλοι απολαύσαμε καριέρα 15-20 χρόνων που ήταν τουλάχιστον καλή -για να μην πω εξαιρετική».

Στη χειρότερη τους χρονιά, ο καθένας παρέμενε μεταξύ των καλύτερων της Ευρώπης. Εκεί φαίνεται ο καλός, ο σωστός επαγγελματίας, αυτός που αγαπά το μπάσκετ και διαθέτει όσα χρειάζονται, από αυτόν που παίζει 1-2 χρόνια και εξαφανίζεται. Εξυπακούεται πως δεν βάζουμε στη μέση τραυματισμούς. Η ποιότητα και το κράμα κάθε παίκτη φαίνονται από τη διάρκεια που έχει.

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

«Μερικά από αυτά τα παιδιά παίζουν ακόμα και μακάρι να παίζουν για όσο θέλουν. Δεν υπήρχε “εγώ” ή κακώς εννοούμενος ανταγωνισμός. Ας πούμε, μπορεί να έβαζε ο Λάζαρος (Παπαδόπουλος) 20 πόντους και να του κάναμε πλάκα πως δεν έδινε πάσες, αλλά ήταν αγνή, ειλικρινής πλάκα. Όλοι ξέραμε ότι ο ένας θέλει το καλό του άλλου, πως δεν υπήρχε περίπτωση να λέω κάτι με κακό σκοπό. Όπως γνωρίζαμε ότι δεν θα εκλάβει ο άλλος ό,τι του λέγαμε με λάθος τρόπο».

Το να λυπάσαι με τη λύπη του άλλου είναι εύκολο. Τι χρειάζεται, όμως, για να χαρείς με τη χαρά του άλλου; «Εμείς, ήμασταν πάντα χαρούμενοι. Δεν ξεκινήσαμε από επιτυχίες. Στην αρχή, είχαμε κάποια δύσκολα χρόνια, ουδέποτε, όμως, χάσαμε το κουράγιο μας ή την αγάπη μας για το μπάσκετ. Δεν άκουσα ποτέ κανέναν να λέει “αυτό το καλοκαίρι, θα καθίσω σπίτι μου, να ξεκουραστώ”. Από την πρώτη ημέρα, που ερχόμασταν από τα μπάνια μας, ήμασταν χαρούμενοι που βρισκόμασταν. Δεν “κλαίγαμε” τις χαμένες διακοπές».

Η αλήθεια για το Batman

Αυτοί οι τύποι του κόλλησαν και το Batman για παρατσούκλι. Όχι, όμως, για το λόγο που πιστεύεις πως ξέρεις. «Σε ποιον δεν θα άρεσε το Batman;», λέει αρχικά, πριν αποκαλύψει ότι «ξεκίνησαν να με φωνάζουν έτσι, επειδή είχα μυωπία και έκλεινα τα μάτια μου για να δω μακριά. Δηλαδή, έλεγαν πως είμαι νυχτερίδα, γιατί δεν έβλεπα. Μετά εξελίχθηκε, αλλά η πραγματικότητα είναι αυτή».

Η μούτζα στην μπάλα πώς καθιερώθηκε; «Ήταν της στιγμής. Και μέσα στο γήπεδο, άνθρωπος είμαι. Προσέχω να μην κάνω κάτι που δεν πρέπει, αλλά… ξεχνιέμαι. Στο εξωτερικό άλλωστε, δεν ξέρουν τι σημαίνει η μούτζα». Γελάει και αμέσως σοβαρεύει για να εξηγήσει ότι «δεν με έβλεπαν να χαμογελώ στα παιχνίδια».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Ήμουν ανέκφραστος γιατί ενώ γενικά στην καθημερινότητα μου κάνω συνέχεια πλάκες, όταν πατώ εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου τελειώνουν όλα και συγκεντρώνομαι στο παιχνίδι. Είμαι πιο “παγωμένος”, για να μη δώσω την ευκαιρία στον εαυτό μου να κάνει πλάκες. Προσπαθούσα να είμαι όσο πιο “κρύος” γινόταν, διαφορετικά, αν άφηνα χώρο, θα τα έκανα μαντάρα. 

Πίσω στα 16 και το συμβόλαιο με τον Παναθηναϊκό, εξηγεί πως δεν ήταν εξωγήινος «να πιστεύω ότι θα πάω στον Παναθηναϊκό και θα τους κερδίσω όλους. Στο μυαλό μου, βέβαια, το τι ήμουν στον Ηλυσιακό, το τι ήμουν στον Παναθηναϊκό δεν άλλαζε πολλά στον τρόπο σκέψεως μου ή στο πώς βλέπω το μπάσκετ. Όλα ήταν πιο επαγγελματικά, πιο σοβαρά».

Η βάση όμως, που ήταν η αγάπη για το άθλημα, παρέμενε η ίδια. Αν το έχεις αυτό, θα κάνεις αυτά που πρέπει, θα δουλέψεις όσο πρέπει, θα είσαι επαγγελματίας όσο πρέπει, για να πετύχεις.

Οι φίλοι του είναι τα παιδιά με τα οποία μεγάλωσε μαζί και… ο Λάζαρος

Στον Παναθηναϊκό έμαθε πώς να γίνει επαγγελματίας. «Έζησα πράγματα που δεν είχα βιώσει έως τότε και ούτε καν μπορούσα να σκεφτώ στα 16 μου». Γύρω του, είδε ανθρώπους να αλλάζουν συμπεριφορές, όσο περνούσαν τα χρόνια και αυξάνονταν οι επιτυχίες; «Από παιδί έως τώρα, κάνω με τα ίδια άτομα παρέα. Και η συμπεριφορά τους είναι η ίδια. Μου έλεγαν στο δρόμο διάφορα, αλλά δεν μου “έλεγε” κάτι, γιατί δεν έκανα παρέα με αυτούς τους ανθρώπους».

Ποια είναι τα συστατικά για τις αγνές, ειλικρινείς, φιλίες ζωής; «Σίγουρα, είχα φίλους με τους οποίους χαθήκαμε, είτε γιατί έκανα εγώ λάθος, είτε γιατί έκαναν αυτοί. Στη ζωή μου, όμως, έχω ανθρώπους που ξέρω από παιδί και τον Λάζαρο, τον οποίον γνωρίζω από τα 14. Μεγαλώσαμε μαζί».

Τον ξεχώρισε από την αρχή; «Ναι, γιατί ήταν μπουμπούκι. Έκανε το “μπαμ” (γελάει)”. Ο «Λάζος» είναι παρών στη συζήτηση με τον Αντώνη και, αν με ρωτάς, θα σου πω ότι πιστεύω πως πρέπει να αποκτήσουν κανάλι στο YouTube, στο οποίο θα ανεβάζουν τριλεπτάκια από τη συνύπαρξή τους στον ίδιο χώρο, γιατί όλη η ανθρωπότητα αξίζει αυτήν την εμπειρία.

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Τον ρωτώ τι τον κέρδισε στον Παπαδόπουλο.

Θα σου πω, ευθύς αμέσως: επειδή δεν έμενε κανείς μαζί του στο δωμάτιο, στα κλιμάκια της Εθνικής, θυσιάστηκα εγώ. Έβγαλα το φίδι από την τρύπα και από τότε θυσιαζόμουν κάθε χρόνο -και εξακολουθώ να θυσιάζομαι. 

Γιατί, Λάζαρε, δεν σε ήθελε κανείς; «Ήμουν άτακτος (γελάει)». Ο Αντώνης σοβαρεύεται και λέει «ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, από την πρώτη ημέρα, και περνάμε πολύ ωραία». Μαζί τους και όσοι είναι στο χώρο.

Με τους προπονητές δεν είχε ποτέ θέματα και αν σκεφτείς με ποιους έχει δουλέψει (χαρακτηριστικά είναι τα ονόματα των Ομπράντοβιτς, Ίβκοβιτς, Μάλκοβιτς, Πέσιτς), αυτό κάτι λέει. «Τη δουλειά τους κάνουν και εκείνοι».

Σου είπα πως, επειδή παρασυρόμουν, είχα από μικρός διάφορους κανόνες που ‘χα επιβάλει στον εαυτό μου. Ένας ήταν να μην έχω πολλά πάρε-δώσε με τους προπονητές μου.

«Πάντα τους άκουγα, πάντα προσπαθούσα να κάνω ό,τι ήθελαν από εμένα, αλλά δεν ήθελα να ‘χω πολλές σχέσεις, για να μην περάσει από το μυαλό μου -ή το μυαλό άλλων- πως το κάνω αυτό για να έχω την εύνοια».

Το 2000 “έκλεισε” τα 18, πήρε δίπλωμα οδήγησης -γεγονός σημαντικό για εκείνον- και το πρώτο ευρωπαϊκό (από ελληνικές λίγκες είχε ήδη δύο), με τον Ομπράντοβιτς να δηλώνει ότι “ο Φώτσης είναι το μεγαλύτερο ταλέντο του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Περιμένω τα επόμενα χρόνια να κάνει φοβερά πράγματα”. Αυτό που έκανε ήταν να διασχίσει τον Ατλαντικό και να γίνει ο πρώτος Έλληνας NBAer, ως μέλος των Γκρίζιλς τη σεζόν 2001-02. Τον ακολούθησε όλη του η οικογένεια.

«Η οργάνωση του Μέμφις ήταν εξαιρετική. Τέτοια που το μόνο που είχαμε να σκεφτούμε ήταν η δουλειά μας. Στο μυαλό σου είναι μόνο το πώς και πότε θα πας στην προπόνηση να βελτιωθείς ή πώς θα παίξεις στον επικείμενο αγώνα -να κάνεις αυτό που περιμένουν από εσένα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Για όλα τα άλλα, φροντίζει η ομάδα. Αν μπορούσαν, θα σε τάιζαν στο στόμα».

Η ζωή πώς ήταν εκεί; «Λένε πως είναι δύσκολο το πρόγραμμα, αλλά και στην Ευρώπη, αν βάλεις κάτω τα φιλικά και όλα τα ματς της σεζόν για όλες τις διοργανώσεις, θα δεις ότι δεν είναι λίγα. Έχεις, και εδώ, τα ταξίδια σου. Βέβαια, δεν έχει τα πολλά συνεχόμενα και τα μεγάλα διαστήματα μακριά από το σπίτι. Πιστεύω, ωστόσο, πως είναι το ίδιο. Αν θες να κάνεις καριέρα, λείπεις συνέχεια από το σπίτι και έχεις πολλά ταξίδια. Αν δεν μπορείς να το κάνεις, είσαι σε λάθος δουλειά.

Μου έλειπαν και οι φίλοι μου και το σπίτι μου και η Ελλάδα, γενικότερα. Αυτά, όμως, είναι πράγματα που πρέπει να υποστείς».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Του λέω για έρευνες που διάβασα και θέλουν τους επαγγελματίες αθλητές να είναι τα κατ’ εξοχήν θύματα επιτήδειων. Ή των κολλητών από τη γειτονιά που μεγάλωσαν και με τους οποίους μοιράστηκαν την υπόσχεση “όποιος σωθεί, θα τραβήξει και τους υπόλοιπους”. Το είδε αυτό; «Οι περισσότεροι ήταν έτσι και σπατάλησαν περιουσίες που θες 15 ζωές για να ξοδευτούν, μέσα σε λίγα χρόνια.

Σου είπα και πριν πως οι βάσεις ξεκινούν από το σπίτι και το σχολείο. Αν το καλοσκεφτείς, στην Αμερική βλέπεις παιδιά που γίνονται “θύματα” ακόμα και μελών της οικογενείας τους. Βλέπεις κάποιον που έχει βγάλει εκατοντάδες εκατομμύρια και τα χάνει και σκέφτεσαι “πώς την πάτησε;” ή ότι είναι χαζός. Δεν ήταν χαζός, αλλά δεν είχε τις βάσεις. Δεν του είπε κανείς όσα έπρεπε να γνωρίζει, για να προφυλάξει τον εαυτό του. Όταν, λοιπόν, του ήλθαν λεφτά στα χέρια τα σκόρπισε και δη σε φίλους του, από όταν ήταν παιδί». Τα γνωστά entourage που ‘χουν καταστρέψει οικογένειες.

Γλυκαίνεσαι όταν, από εκεί που ήσουν στο απόλυτο μηδέν και περνούσες εξαιρετικά δύσκολα, χωρίς να έχεις λεφτά να φας, σου “σκάνε” εκατομμύρια. Είναι πολύ δύσκολο για κάποιον να αντισταθεί στους πειρασμούς. Πόσω μάλλον, όταν δεν έχεις γερές βάσεις. Για αυτό, δεν είναι δίκαιο να κριθούν αυτοί οι άνθρωποι.

Δίνει ένα παράδειγμα της ασυδοσίας. «Τους άρεσε να παίζουν χαρτιά. Κι εμένα μου αρέσει και όταν παίζω με τους φίλους μου, βάζουμε και κάποια λεφτά, να περνάει η ώρα. Εκεί, όμως, έπαιζαν και 50.000 δολάρια σε μια γύρα. Δεν το έκανα γιατί δεν μου “έβγαζε” χαρά. Θα ζούσα με το άγχος ότι θα τα χάσω και μετά… θα φύγω από το μπαλκόνι. Εκείνοι το έβλεπαν σαν παιχνίδι. Γενικά, τα λεφτά στην Αμερική ξευτιλίζονται. Μπορεί, δηλαδή, να βάλει ένας παίκτης βενζίνη, να του πει ο υπάλληλος “2.000 δολάρια” και να του τα δώσει».

Οι ρούκι περνούν από διαδικασία εκπαίδευσης, πριν μπουν στο ΝΒΑ, μέσω σεμιναρίων επί παντός επιστητού. «Το πόσα μαθαίνει ο καθένας είναι άλλη υπόθεση. Ξέρεις κάτι; Είναι ωραίο να ξοδεύεις, όταν έχεις και να λες “το χάρηκα”. Αλλά όταν ξοδεύεις και το χαίρονται ο τρίτος και ο τέταρτος, που δεν σε απασχολούν, δεν έχει νόημα».

Κράτα πως ο Αντώνης ανέκαθεν έκανε μόνο ό,τι του έδινε χαρά. Ό,τι τον έκανε να αισθάνεται καλά με τον εαυτό του -γιατί αργότερα θα ‘χεις ερωτήσεις, ενώ έχεις ήδη διαβάσει τις απαντήσεις.

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Η πιο μεγάλη τρέλα που έκανε εκείνος, ποια ήταν; «Επειδή μου αρέσουν τα αυτοκίνητα, αγόραζα αυτά που ήθελα. Δεν είχα άλλα ενδιαφέροντα. Μου άρεσε το μπάσκετ και τα αυτοκίνητα», όπως και να κάνει χαρούμενους τους φίλους του στο μέτρο που μπορούσε.

Γιατί δεν έμεινε περισσότερο στην Αμερική ; «Δεν μπορώ να στο απαντήσω αυτό, γιατί έφυγα!».

Πήγα 20 χρόνων στο ΝΒΑ, προσπάθησα, έδωσα ό,τι μπορούσα, στο μυαλό μου πάντα πίστευα πως μπορώ να παίξω περισσότερο. Στην πραγματικότητα, ίσως να μην μπορούσα -όλοι οι παίκτες, και 40 λεπτά να παίξουμε, πιστεύουμε ότι μπορούσαμε να παίξουμε 50. Πιστεύω ότι άξιζα περισσότερα, χωρίς να μπορώ να το δω αντικειμενικά. Όπως πιστεύω πως πήρα αυτό που μου αναλογούσε.

Δεν είμαι από τους τύπους που θα σου πουν «αν έμενα τότε, θα έπαιζα 20 χρόνια στο ΝΒΑ”. Αυτό ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Η πραγματικότητα είναι πως έφυγα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο».

Η πρώτη επιστροφή στον Παναθηναϊκό

Άπαξ και πήρε την απόφαση να γυρίσει στην Ευρώπη ήξερε και ποια φανέλα θα (ξανα)φορέσει. «Ήμασταν σε επικοινωνία με τον Παναθηναϊκό, όταν ήμουν στην Αμερική. Ήταν μια περίεργη χρονιά. Παίζαμε στο Σπόρτιγκ, καλή ομάδα είχαμε, αλλά μη με ρωτήσεις τι κάναμε. Δεν τα πολυθυμάμαι αυτά. Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά, πρέπει, όμως, να πήραμε το νταμπλ. Να βάλω όμως, στοίχημα δεν βάζω». Κακώς γιατί θα κέρδιζες.

Παρεμπιπτόντως, πέραν των ευρωπαϊκών που ‘χει κατακτήσει (“τρεις, γιατί είναι λίγες”), δεν έχει ιδέα επί του ακριβή αριθμού των πρωταθλημάτων ή των κυπέλλων που ‘χει πάρει με τις ομάδες τους. Δεν έχει και τις διακρίσεις κάπου μέσα στο σπίτι του. «Βάζει η γυναίκα μου τα κύπελλα και την κυνηγάω». Όχι γιατί δεν θέλει να θυμάται, αλλά «επειδή πάντα, για εμένα, αυτά ήταν της στιγμής». Δεν θέλει να τα βλέπει; «Μα τα ξέρω, τα έζησα και είμαι χαρούμενος για αυτό. Δεν θέλω να ζω με τις αναμνήσεις! Τι να βλέπω; Στο σπίτι μου και τίποτα να μην υπάρχει που να παραπέμπει σε μπάσκετ -εκτός μπάλας για να παίζει ο μικρός- δεν μου λέει κάτι».

Το να κερδίζεις και να βγαίνεις πρώτος είναι μια ανταμοιβή όλης της χρονιάς -για την κούραση που ‘χεις περάσει, τα ταξίδια, τις προπονήσεις. Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, σου λένε “μπράβο βγήκες πρώτος, ήσουν ο καλύτερος” και το ζεις. Τελειώνει, όμως, εκεί. Δηλαδή, τι να κάνεις; Να περπατάς στο δρόμο, μετά 4-5 μέρες και να λες “βγήκα πρώτος”; Συνεχίζεις. Πας να ξαναβγείς πρώτος την επόμενη χρονιά.

Το τρόπαιο και το ότι βγήκες πρώτος είναι για εκείνη τη στιγμή. Σήμερα, να λέω ότι έχω πάρει τρεις Ευρωλίγκες δεν λέει κάτι. “ΟΚ”, τις πήρα. Χαίρω πολύ. Ε και;».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Οι Αμερικανοί βλέπουν σαν “μπίζνα” το μπάσκετ. Κάποτε, είχα δει έναν Αμερικανό, σε χωριό της Ρωσίας, 7-8 ώρες από τη Μόσχα, ο οποίος είχε παίξει σε Ευρωλίγκα και σε μεγάλες ομάδες και τον ρώτησα τι έκανε εκεί. Ποια ήταν η ευχαρίστησή του; Μου απάντησε: «Αντώνη, στο σούπερ μάρκετ, δεν πληρώνεις με τα κύπελλα. Όσα και αν έχεις πάρει. Πληρώνεις με λεφτά.

Τότε, τον κορόιδευα. Τώρα, βλέπω την αλήθεια του. Είναι ωραίο να το παίζεις μεγάλος και τρανός, αλλά στο σούπερ μάρκετ δεν δέχονται κύπελλα. Αυτή είναι η ζωή και η ζωή είναι σκληρή».

Οι σκληροί προπονητές που ήταν η ευλογία του

Τη σεζόν 2003-04, έφυγε ξανά από τους “πράσινους” με προορισμό τη Μαδρίτη. «Πίστευα πως μπορώ να πάω κάπου καλύτερα. Εννοώ, έκρινα εκείνη την στιγμή πως αυτή η επιλογή ήταν καλύτερη για εμένα. Τον πρώτο χρόνο, είχα για κόουτς τον Χούλιο Λάμας και το δεύτερο τον Μάλκοβιτς». Χαμογελάω.

Πάντα έμπλεκα με Σέρβους και με δύσκολους, απαιτητικούς Σέρβους. Αυτό, μερικοί το αντιλαμβάνονται ως κακοτυχία. Εγώ πίστευα πως ήταν ευλογία. Είχα προπονητές Σέρβους, μεγάλα ονόματα. Σίγουρα, οι περισσότεροι είχαν παλιά νοοτροπία, ήταν πολύ σκληροί και πιστεύω ότι μου έκαναν καλό.

Ο Ομπράντοβιτς, ο Ίβκοβιτς, ο Μάλκοβιτς, ο Πέσιτς, ο Ιβάνοβιτς ήταν προπονητές πολύ σκληροί, οι οποίοι, για “ψύλλου πήδημα”, μπορούσαν να σε βάλουν στο μάτι και να μην ξαναπαίξεις ούτε σε 50 χρόνια. Υπήρχε σεβασμός και πειθαρχία. Σου έδιναν πάντα ό,τι άξιζες. Ούτε προσπαθούσαν να το παίξουν έξυπνοι, να σε “ρίξουν”, ούτε κέρδιζες κάτι αν τους “έγλειφες” όλη μέρα. Αν ήταν να παίξεις 10 λεπτά, τόσα θα έπαιζες. Αυτό εμένα μου άρεσε».

Είμαι της άποψης πως αν προπονείσαι καλά και αξίζεις να παίζεις για τάδε χρονικό διάστημα, όποιο και αν είναι το όνομά σου, θα παίξεις για όσο έχεις κερδίσει με την προσπάθειά σου. 

Λάτρεψε αυτούς που ήταν ευθείς και έντιμοι απέναντί του, «όπως ήμουν κι εγώ μαζί τους».

Μπορεί να μην παίξω όλο το χρόνο, έστω ένα λεπτό. Αν μου δώσεις να καταλάβω ότι αυτό μου αναλογεί, βάσει της ποιότητάς μου, δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα. 

«Έχω την αίσθηση πως οι προπονητές παίζουν και ένα παιχνίδι με το μυαλό των παικτών, ώστε να τους ετοιμάσουν αγωνιστικά και ψυχολογικά. Να αισθανθούν καλύτερα για να αποδώσουν, να σε κάνουν να πιστεύεις πως θα τους διαλύσεις όλους. Το κάνουν για να εμψυχώσουν. Αυτό, δεν με πείραζε. Με ενοχλούσε να μου λέει ψέματα, όταν ήμασταν εκτός γηπέδου. Μπασκετικά, ήξερα ποιος είμαι, τι μπορώ να κάνω και τι δεν μπορώ να κάνω. Οπότε μπορούσα να δω τι υπάρχει πίσω από τις λέξεις. Το ψέμα όμως, δεν το άντεχα».

Να υποθέσω ότι το έζησε. «Πολλές φορές». Και τι κάνεις εκεί; «Επειδή είμαι λίγο περίεργος, δεν μπορούσα να κάνω τα στραβά μάτια. Οπότε, τον απέκλεια. Και 200 χρόνια να σε ξέρω, στη σοβαρή “στραβή” σε ξεχνώ, χωρίς δεύτερη σκέψη».

Από όλους, έμαθε κάτι. «Είμαι της νοοτροπίας ότι μαθαίνεις από όλους τους προπονητές. Οι καλοί σε κάνουν καλύτερο, οι κακοί θα σου πουν 10 πράγματα, το ένα θα είναι καλό, ενώ θα μάθεις και τι δεν πρέπει να κάνεις. Από όλους μπορείς να μάθεις αν έχεις ανοιχτό μυαλό. Αν δεν σκεφτείς “αυτός δεν με πάει” και “κλειδώσεις”. Με την κατάθλιψη, δεν κερδίζει κανείς».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Επειδή, εσχάτως, έχουν προκύψει πολλοί μεγάλοι παίκτες που αποκάλυψαν πως δοκιμάστηκαν από κατάθλιψη, τον ρώτησα αν είχε κάποιον στο περιβάλλον του. «Πάντα υπάρχουν δύσκολες στιγμές σε αυτό το άθλημα, λόγω κούρασης ή κακών αποτελεσμάτων ή επειδή ο κόουτς σε έχει βάλει λίγο παραπάνω στο μάτι ή ακόμα και γιατί η διοίκηση δεν είναι ευχαριστημένη από εσένα. Υπάρχουν αυτά. Επίσης, υπάρχουν πράγματα που ζούμε στα σπίτια μας και είναι στενάχωρα. Και οι αθλητές είναι άνθρωποι που ‘χουν οικογένειες και προκύπτουν προβλήματα».

Όλα εξαρτώνται από τη ψυχική δύναμη κάθε ανθρώπου. Αν δεν είσαι ψυχικά δυνατός, είναι πολύ δύσκολο να μην καταρρεύσεις κάποια στιγμή. Ειδικά αν δεν έχεις κάποιον δίπλα σου, να σου σταθεί.

Ο Αντώνης είχε την τύχη να γνωρίσει μικρός τη σύζυγο του, Μία, μέσω του μπάσκετ -έπαιζε κι εκείνη. «Πρωτογνωριστήκαμε το ’99, αλλά δεν κάναμε πολλή παρέα στην αρχή. Της μιλούσα αραιά και πού. Όχι, ούτε σε εκείνη έλεγα “καλημέρα”, “καλησπέρα” ή “γεια”. Σου λέω, δεν τα έλεγα σε κανέναν». Έτσι την “έριξε”; «Ναι, επειδή δεν της μιλούσα»! Το 2005, παντρεύτηκαν και από τότε η Μία τον ακολουθούσε.

Μετά τη Ρεάλ πήγε στην Ντιναμό Μόσχας, όπου αντάμωσε με τον Λάζαρο, εποχή που δεν ήταν καλοκαίρι. «Το να ‘χεις έναν Έλληνα στο εξωτερικό είναι σωτήριο. Πόσω μάλλον, τον Λάζαρο. Περνάς πολύ πιο ωραία. Έμεινα τρία χρόνια και ήταν καλά». Είχε κρύο. «Όταν πάει ένας παίκτης κάπου, το επιλέγει μόνος. Δεν τον στέλνουν. Εμένα, δεν με ένοιαζε ούτε το κρύο, ούτε η ζέστη γιατί όλα τα γήπεδα έτσι κι αλλιώς είναι ζεστά (γελάει). Όλοι οι κλειστοί χώροι στη Μόσχα είναι ζεστοί, σε βαθμό που σκας».

Οι φάρσες από τις οποίες δεν γλίτωσε κανείς

Γενικά, όταν ήταν στο εξωτερικό, στον ελεύθερο χρόνο του, βρισκόταν με συμπαίκτες του «με τους οποίους τα πήγαινα καλύτερα από ό,τι με άλλους» για φαγητό. Όπου και αν πήγε, έκανε φάρσες στους συμπαίκτες του. Δεν βρέθηκε κάποιος να τον κοπανήσει;

«Γιατί να με κοπανήσει; Δεν το έκανα με κακία. Όταν έβλεπα κάποιον “βαρύ”, του έκανα χειρότερες πλάκες. Αν, δηλαδή, σε άλλους έκανα 5 σε αυτόν έκανα 505». Πετάγεται ο Λάζαρος και λέει το όνομα του «Φράγκι». «Πάντα, είχα ως στόχο να γελάσουμε».

Η καθημερινότητα μπορεί να γίνει βαρετή και να σε “τσακίσει”. Όταν είσαι σε ένα άθλημα σαν το δικό μας που κάνεις όλη τη μέρα προπόνηση, είναι καλό να κάνεις πράγματα που να “σπάνε” τη ρουτίνα. Για αυτό, έκανα φάρσες.

Ουδέποτε θέλησα να θίξω κάποιον. Ομολογώ ότι, κάποιες φορές, το τράβηξα λίγο παραπάνω». Λέει πως μια τέτοια περίπτωση αποτέλεσε το λόγο να μη μιλάει με παιδικό του φίλο, από το σχολείο.

Υπήρχε ένα μυστικό, για να γλιτώσει κάποιος από τα πειράγματά του, αλλά δεν το ήξεραν πολλοί.

«Αν έλεγα κάτι μια, δυο, τρεις, πέντε, δέκα -δέκα θα το έκανα ό,τι και αν γινόταν- και δεν έβλεπα αντίδραση, έκρινα πως η περίπτωση αυτή δεν είχε ενδιαφέρον και προχωρούσα στον επόμενο. Επέστρεφα δύο μήνες μετά».

Στατιστικά, αυτοί ήταν λίγοι. «Ποιος μπορεί να κρατηθεί; Πρέπει να είναι… άγιος». Με αυτόν που τα ‘χε πιο πολύ ήταν ο Λάζαρος «γιατί μία του έλεγα, τρεις απαντούσε, 80 εγώ, 180 αυτός, και πήγαινε έτσι». Και τελείωνε η μέρα.

«Ποια μέρα; Φτάναμε στο σημείο να βαριούνται οι άλλοι να μας ακούν. Τι λέω; Εδώ βαριόμασταν εμείς να ακούμε τους εαυτούς μας. Αλλά, ήταν ωραία. Καθόμασταν “γαλαρία” στο λεωφορείο και μιλούσαμε όσες ώρες κρατούσε το ταξίδι. Όσο και αν κουράζαμε μερικούς, περνούσε η ώρα εύκολα από το να καθόμασταν όλοι αμίλητοι, για δέκα ώρες και να πιανόμασταν». Τι μπορεί να λες με έναν άνθρωπο που τον ξέρεις από τα 15 επί δέκα ώρες; «Τα πάντα! Ή το ίδιο για δυο ώρες».

Μιλώντας για λεωφορεία, δεν μπορούσα παρά να ανοίξω, εδώ, μια παρένθεση και να τον ρωτήσω για το πώς είχε αντιμετωπίσει την απόφαση της διοίκησης του Παναθηναϊκού για την επιστροφή της ομάδας με λεωφορείο αντί για αεροπλάνο, έπειτα από τον αποκλεισμό από την Φενέρ, το 2017. Διέψευσε πως είπε ποτέ σε κάποιον τη φράση «έχω πάρει τρεις Ευρωλίγκες και δεν μπαίνω σε πούλμαν» και εξήγησε πως αυτό που έκανε ήταν να μην πει τίποτα και να πάει στο αεροδρόμιο, καθώς έκρινε πως αυτό ήταν που ήθελε να κάνει.

Οι λόγοι που δεν ακολούθησε το σύνολο και ήταν στις “εξαιρέσεις” που πήραν πτήση για την επιστροφή εξηγούνται από την αρχή ως το τέλος του κειμένου που διαβάζεις.

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Με ρώτησε αν ξέρω την ιστορία για την παραλιακή. Enlighten me.

«Είχαμε μια διαφωνία για το ποιος δρόμος λέγεται παραλιακή. Του έλεγα πως είναι ο πρώτος δρόμος από την παραλία και επέμενε ότι ήταν ο παράλληλος με τη θάλασσα. Όχι άκου! Αυτό κράτησε ένα επτάμηνο». Δεν βρέθηκε κάποιος τρίτος να παίξει το ρόλο κριτή, να δικαιώσει κάποιον; «Δεν υπήρχε αυτή η ανάγκη, γιατί είχα δίκιο από την αρχή».

Τι παράλληλος με τη θάλασσα; Και στο βουνό μπορεί να υπάρχει δρόμος παράλληλος με τη θάλασσα; Τι σημαίνει; Πως είναι παραλιακή;

Το δίκιο του βουνό. Επτά μήνες τι έλεγαν οι άλλοι; Και βασικά έκαναν ντιμπέιτ; Ή πάλευαν μόνοι; «Δεν έχεις ιδέα! Είχαμε ρωτήσει τους πάντες. Μέχρι και τον Καραμανλή. Όποιον βλέπαμε, τον ρωτούσαμε. Γιατί; Κακό είναι; Είμαστε περίεργοι. Αν δεν θες, μην απαντάς. Πες “δεν ξέρω/δεν απαντώ”, να σε βάλουμε στο 3%. Εμείς μια απορία είχαμε».

Τη διατύπωναν, κάθε μέρα, επί επτά μήνες. «Ήταν η μόνιμη. Από εκεί και πέρα, είχαμε και εξτραδάκια”. Που προέκυπταν από λάθη των συμπαικτών του ή “κοτσάνες” που “πετάγονταν”. «Τους τελειώναμε». Το βέβαιο είναι πως δεν βαρέθηκε ποτέ κάποιος που βρέθηκε στην παρέα τους. «Και στον Παναθηναϊκό και στην Ντιναμό, αλλά και στην Εθνική περνούσαν καλά οι άλλοι μαζί μας. Πίστεψέ με. Η αλήθεια είναι πως κάποιες φορές ίσως να ξεπεράσαμε τα όρια. Αλλά ποτέ δεν το κάναμε κακοπροαίρετα».

Μετά την τριετία στην Ντιναμό, επέστρεψε -ναι- στον Παναθηναϊκό, για δεύτερη φορά. «Είχα έναν ακόμα χρόνο συμβόλαιο με την Ντιναμό, αλλά είχα μείνει ήδη τρεις σεζόν που ήταν μεν, εξαιρετικές, αλλά ήθελα να γυρίσω στην Ελλάδα. Και γύρισα στον Παναθηναϊκό. Πού να γυρίσω;».

Η δεύτερη επιστροφή στον Παναθηναϊκό και η προσέγγιση του Ολυμπιακού

Δεδομένης της ιστορίας του (είχε δηλώσει πως από παιδί ήταν Παναθηναϊκός -χωρίς να είναι φανατικός- και είχε ήδη φορέσει τρεις φορές την ίδια φανέλα που μετά έγιναν τέσσερις), υπήρξε φορά που να τον ζήτησε ο Ολυμπιακός;

«Με είχαν προσεγγίσει πολλές φορές. Όπως ξέρεις, δεν είμαι άνθρωπος που μιλάει πολύ, οπότε δεν ήξεραν τι τύπος είμαι. Η προσέγγιση έγινε μέσω του μάνατζέρ μου. Αυτό το είδα ως πολύ αξιοπρεπές και κολακευτικό. Καλώς ή κακώς, υπάρχει διαμάχη μεταξύ του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού και εννοώ αυτή που αφορά τους αγωνιστικούς χώρους.

Μέσα μου, είχα νιώσει πολύ ωραία και προσπάθησα να αρνηθώ, όσο πιο ευγενικά και ωραία μπορούσα. Ήταν κύριοι με “κάππα κεφαλαίο” και τους έχω πολύ ψηλά. Ο λόγος που δεν πήγα δεν είναι γιατί ήταν ο Ολυμπιακός που για κάποιο λόγο έπρεπε να “σιχαίνομαι”. Καμία σχέση. Όλα αυτά τα λέω, γιατί μου συμπεριφέρθηκαν πάρα πολύ καλά και θα ήταν άδικο να μη τα πω».

Επειδή μου φέρθηκαν πολύ ωραία, προσπάθησα να το χειριστώ και εγώ ωραία. Δεν το χρησιμοποίησα για να “βγάλω” κάτι. Μίλησα ο ίδιος μαζί τους, τους ξεκαθάρισα πως ήταν κολακευτική η πρόταση από ομάδα που ανήκει στις καλύτερες της Ευρώπης -όπως δείχνουν και τα αποτελέσματα. Για προσωπικούς λόγους, όμως, που δεν είχαν σχέση με το μπάσκετ, δεν πήγα.

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Ξεκίνησε να παίζει το 1996 και αισίως φτάσαμε στο 2008, χωρίς να υπάρχει διάλειμμα στην καριέρα του. «Και όταν είχαμε διακοπές που τότε ήταν 1-2 εβδομάδες, έπαιζα μπάσκετ με τους φίλους μου», λέει. Ο επόμενος σταθμός ήταν η Αρμάνι.

«Στη δεδομένη χρονική στιγμή, αυτή ήταν η καλύτερη προοπτική που είχα. Δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν επιτυχημένοι, αλλά δεν ήμασταν αποτυχημένοι. Δεν ήταν η Ολίμπια ομάδα που έπαιρνε σωρηδόν τα πρωταθλήματα ή που έπαιρνε τα ευρωπαϊκά».

Αυτή η συνεργασία έληξε πριν την ώρα της, με διακοπή συμβολαίου, που καθυστέρησε κάποιες ημέρες λόγω εβδομάδος μόδας και των υποχρεώσεων της εταιρείας Αρμάνι σε αυτήν -τα μέλη της διοίκησης στην ομάδα είναι τα ίδια με αυτά στον κολοσσό της μόδας.

Κάποια πράγματα πρέπει να τα κρίνουμε αντικειμενικά. Όταν ήμουν στη Ρεάλ, ήταν ξεκάθαρο σε όλους μας πως, ακόμα και αν η ομάδα μπάσκετ έκανε παπάδες και έπαιρνε 700 Ευρωλίγκες και το ποδόσφαιρο έπεφτε επτά κατηγορίες, το ποδόσφαιρο θα ήταν πρώτο.

Στο Μιλάνο, με τον συγκεκριμένο πρόεδρο, το πρώτο είναι πάντα η μόδα. Επενδύει πολλά στο μπάσκετ, αλλά η δουλειά του είναι η μόδα. Η σχέση τελείωσε άκομψα, όχι από αγωνιστικούς λόγους. Πιστεύω ότι δεν μου συμπεριφέρθηκαν έντιμα».

Είχα μάθει ότι υπήρχαν σκέψεις να με αφήσουν ελεύθερο. Εγώ, με όποιον είχα συμβόλαιο, προσπαθούσα να είμαι σωστός μαζί του. Μερικές φορές τα κατάφερνα, άλλες όχι, ποτέ, όμως, δεν έπαιξα πισώπλατα παιχνίδια. Ό,τι σκεφτόμουν ή ήθελα, το έλεγα.

Μια μέρα, με κάλεσαν σε ένα δωμάτιο. Τους είπα πως δεν υπήρχε λόγος να κρυβόμαστε. Μεγάλοι άνθρωποι ήμασταν και οφείλαμε να λέμε ό,τι είχαμε να πούμε. Στους επαγγελματικούς χώρους, είναι απόλυτα φυσιολογικό κάποια στιγμή να μην “κάνεις” σε κάποιον. Ή να μη σου “κάνει”. Εκεί λες “δεν σε θέλουμε”. Δεν είναι ωμό. Είναι τελείως επαγγελματικό να πεις “δεν μου κάνεις για τη δουλειά που χρειάζομαι”. Και εγώ θα είμαι ευχαριστημένος με τη στάση σου. Εκείνοι προσπάθησαν υποχθόνια».

Επίσης, είμαι άνθρωπος που αν μάθω πως δεν με θες, μετά δεν πας να κάνεις κωλοτούμπες; Για εμένα έχει τελειώσει.

Από όταν, λοιπόν, τέθηκε θέμα εξόδου μου, εγώ ήθελα να φύγω. Και πήγα να τους το πω. Τους ζήτησα να βρουν μια οικονομική λύση που να εξυπηρετεί εκείνους και να μου το πουν. Με παρακάλεσαν να παίξω στο επόμενο παιχνίδι, ημέρα Κυριακή, στη Ρώμη.

Στη νοοτροπία μου είναι πως όλα σταματούν τη στιγμή που πατάω το πόδι μου στο γήπεδο και επικεντρώνομαι στον αγώνα. Εκείνο το ματς μου “βγήκε” και έπαιξα καλά. Ήλθε άνθρωπος του Μιλάνου και με ρώτησε αν αισθάνομαι καλύτερα. Του απάντησα ότι αισθανόμουν εξαιρετικά που έπαιξα, που πήγα καλά και νίκησε η ομάδα, πριν καταλήξω στο ότι ισχύουν όσα είχαμε πει πριν το παιχνίδι». Δεν ήθελαν να τον αφήσουν και άλλαζαν διαρκώς αυτά που ζητούσαν από ομάδες που ήθελαν τον Αντώνη. Και δη τον Παναθηναϊκό.

«Όταν ζητάς τρελά ποσά για να δώσεις έναν παίκτη, δεν θες να αφήσεις κάποιον να φύγει. Στην αρχή, υπήρξε συμφωνία για τη λύση του συμβολαίου -είχα κλειστό συμβόλαιο για έναν ακόμα χρόνο και ζήτησα να πάρω τα χρήματα που προβλέπονταν έως την ημέρα που συμφωνήσαμε να το λήξουμε.

Το “τράβηξαν”, γιατί πιστεύω ότι δεν ήξεραν πώς γίνονται οι δουλειές στο μπάσκετ. Ήξεραν πώς γίνονται στη μόδα. Χάναμε και τις ήττες τις αντιμετώπιζαν τελείως διαφορετικά. Πιο άνετα». Οι της Αρμάνι διέρρεαν πως ο Φώτσης ξενυχτάει, είναι αδιάφορος. «Ίσως να φταίω κι εγώ, γιατί, επειδή δεν μιλάω, δεν επιτρέπω σε άλλους να μάθουν ποιος είμαι. Εγώ, όμως, ξέρω ποιος είμαι. Οπότε, δεν με απασχολούν όσα λένε για εμένα. Η αλήθεια πάντα βγαίνει στην επιφάνεια.

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Πλέον, έχουν γίνει όλοι μαχητές του πληκτρολογίου και του Internet. Γράφουν “ξυπνάτε”. “Πάμε στη διαδήλωση για τη Μακεδονία” και μένουν στο να γράφουν posts, βρίζοντας όσους δεν είναι στη διαδήλωση την ώρα που είναι σε εξέλιξη. Άρα, δεν έχουν πάει. Κι εγώ δεν πήγα, αλλά δεν βρίζω όλον τον κόσμο που απείχε. Αφού δεν πήγα, πώς να μιλήσω; Ας υπάρχει κάποια αξιοπρέπεια».

“Κράζουν” που δεν έχουμε νέους πολιτικούς, νέα πρόσωπα που δεν ανήκουν σε συγκεκριμένες οικογένειες. Μπαίνει ένας από το χώρο μας και τον βρίζουν. Λένε “έπαιζε με μια μπάλα και τι ξέρει από πολιτική”. Κάτσε, ρε φίλε. Θες νέα πρόσωπα και κρίνεις κάποιον από την ανακοίνωση.

Πριν τον αφήσεις να κάνει κάτι, ώστε να ‘χεις δείγμα να κρίνεις. Σαν να παίρνεις έναν παίκτη και να τον καταδικάζεις πριν δώσει το πρώτο του παιχνίδι. Δες τον ένα μήνα και μετά πες “είναι άσχετος”. Δεν γίνεται να κρίνεις κάποιον που δεν έχει καν ιστορικό. Και από πού; Από τον καναπέ».

Και, εν πάση περιπτώσει, μην ψηφίσεις κάποιον που για το “άλφα” ή “βήτα” λόγο δεν σου κάνει. Αλλά μην τον πεις “καραγκιόζη”, πριν τον δεις».

Είμαστε ο ίδιος λαός με εκείνον που βρίζει όλους τους Βουλευτές, οι οποίοι δεν κάθισαν μόνοι τους στα έδρανα. Κάποιοι τους ψήφισαν.

«Βρίζουν τον Τσίπρα και όποιον έχω ρωτήσει μου λέει πως δεν τον ψήφισε. Και τότε πώς βγήκε; Μόνος του σταύρωσε χιλιάδες ψηφοδέλτια; Κάποια πράγματα, δεν μπορώ να τα καταλάβω. Είτε ζούμε σε μια χώρα παράλογη…». Σταματάει. «Καλά, σίγουρα ζούμε σε παράλογη χώρα, στην οποία κατοικούν 12.000.000 άνθρωποι που είμαστε ειδικοί στα πάντα. Για αυτό, η Ελλάδα είναι χώρα πρότυπο.

Δεν θέλω να μιλήσω για την Ελλάδα, γιατί είναι ακραίες οι απόψεις μου. Καμία σχέση με Χρυσή Αυγή. Έχω κανόνες και οι κανόνες μου είναι αυστηροί. Τόσο που δεν μπορούν να ισχύσουν στην Ελλάδα. Κάνω άσχημες σκέψεις, όταν ακούω “Ελλάδα”, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα κυβερνά».

Το μόνο στοιχείο που έχουμε με τους προγόνους μας, τον Λεωνίδα, τον Σοφοκλή και όλους όσοι μας έδωσαν τον πολιτισμό όταν οι άλλοι ήταν στις μπανανιές -όπως λέμε-, είναι ότι ζούμε στην ίδια χώρα. Πατάμε στα ίδια χώματα. Τίποτα άλλο. Όποιος πιστεύει το αντίθετο, ας μου φέρει αποδείξεις και θα τον ακούσω.

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Έχει συγκεκριμένες απόψεις, που στηρίζονται σε συγκεκριμένα γεγονότα και τεκμήρια. Ασχέτως αν η γενικότερη άποψη που αφορά τους αθλητές είναι ότι δεν ασχολούνται με κάτι περισσότερο από το σπορ του.

«Αυτό είναι κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό, γιατί η ζωή μας περιστρέφεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από το άθλημα μας, αλλά εκτός δουλειάς ασχολούμαστε με όλα. Εγώ, ας πούμε, όταν δεν είμαι στο γήπεδο δεν μιλάω για μπάσκετ. Και δεν βλέπω μπάσκετ. Στον Λάζαρο, ας πούμε, του αρέσει να σχολιάζει, να κάνει αναλύσεις. Εμένα, δεν μου αρέσει. Μου αρέσει μόνο να βλέπω τον γιο μου».

Γιατί κουράστηκε; Γιατί “έγκωσε”; «Όχι. Γιατί μου αρέσει να παίζω μπάσκετ. Όχι να βλέπω. Χαίρομαι να νικά ο Παναθηναϊκός, οι ελληνικές ομάδες, αλλά δεν με απασχολεί τόσο, ώστε να καθίσω να δω τα ματς». Από μικρός λέει, ήταν Παναθηναϊκός «εν τούτοις, αν μου έλεγες πως έχασε ένα αγώνα, έλεγα “ΟΚ”. Δεν το έβαζα μέσα μου».

Αν, όταν ήμουν 16 χρόνων, μου έκανε μια σωστή πρόταση ο Ολυμπιακός, αν με είχε προσεγγίσει τότε και έκρινα πως η προσφορά ήταν καλύτερη, θα πήγαινα χωρίς κανένα πρόβλημα ή ενδοιασμό.

Ήθελα να παίζω μπάσκετ, είτε η ομάδα μου λεγόταν Αρμάνι ή Ντιναμό ή δεν ξέρω κι εγώ τι. Αργότερα, δημιουργήθηκε, λόγω οικογενειακών θεμάτων, το πρόβλημα που ‘χα με τον Ολυμπιακό». Προσθέτει ότι «όταν παίζει ο Παναθηναϊκός με τον Ολυμπιακό, δεν θέλω να κερδίζει ο Ολυμπιακός. Στην καθημερινότητά μου, κάνω πλάκες, αλλά όταν πατάω στο παρκέ ξεχνιούνται όλα. Άλλο όμως, αυτό και άλλο ότι ο Ολυμπιακός μου συμπεριφέρθηκε τέλεια».

Η τρίτη επιστροφή στον Παναθηναϊκό αποτέλεσε γεγονός και δεν μπορώ παρά να τον ρωτήσω για τους αδελφούς Γιαννακόπουλους που εγκαταλείπουν, ένας ένας, το μάταιο τούτο κόσμο. Ο Αντώνης τους πέτυχε σε όλες τις φάσεις. Στο αλόγιστο ξόδεμα, το πιο οργανωμένο, τη μείωση του μπάτζετ.

«Ήταν άνθρωποι που γούσταραν αυτό που έκαναν και δεν λογάριαζαν τα χρήματα, προκειμένου να φτιάξουν ομάδα που θα κυριαρχούσε. Έρχονταν και μας έβλεπαν στην προπόνηση και όσοι τους έβλεπαν στους αγώνες, καταλάβαιναν ότι το ζουν. Το ένιωθαν. Είτε έκαναν σωστά πράγματα, είτε λάθος, το ένιωθαν. Ήταν φίλαθλοι και αυτό έδειχνε ότι αγαπούσαν αυτό που κάνουν. Δεν ήταν επιχειρηματίες του τύπου να βάλουν 5 να βγάλουν 10. Σκέφτονταν να βάλουν 10, να βγάλουν 2, αλλά να το χαρούν».

Θέλησε να κάνει μια γενική τοποθέτηση «που δεν αφορά τον Παναθηναϊκό, αλλά είναι κάτι που θέλω να πω; οι ομάδες δεν είναι μαγαζιά. Δεν είναι σαν το πλυντήριο αυτοκινήτων που έχω και μπορώ να αποφασίσω αύριο να κλείσω το ρολό και να μη δουλέψει».

Όπως υπήρχε η τάδε ομάδα πριν από εμένα που είμαι σήμερα πρόεδρος, οφείλω να κάνω ό,τι μπορώ, ώστε να υπάρχει ομάδα να αφήσω στον επόμενο. Δεν είναι μαγαζί. Δεν θέλω να κρίνω κανέναν ή να αφήσω υπονοούμενα.

Ό,τι λέω το λέω για τους φιλάθλους, μήπως και τους βοηθήσω να κατανοήσουν κάτι που αφορά το άθλημα. Γιατί είναι άθλημα. Είναι ωραίο να κερδίζει ο καλύτερος και να κάνουμε πλάκα ο ένας στον άλλον. Για τον κάθε φίλαθλο η ομάδα του είναι ιδέα. Κάθε ομάδα έχει ανθρώπους που τη γουστάρουν και την ακολουθούν. Οπότε εσύ, όταν φύγεις, πρέπει να το δώσεις, όπως το πήρες. Δεν μπορείς να το διαλύσεις και να κάνεις ό,τι γουστάρεις».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Το πραγματικό του “θέλω” από την επιστροφή του στον Ηλυσιακό

Με την επιστροφή του στον Ηλυσιακό, διάβασες παντού πως ο κύκλος έκλεισε. Ότι υπήρχε σημειολογία. «Είχα πάντα στο μυαλό μου, όταν έλθει η ώρα, να γυρίσω στον Ηλυσιακό από όπου ξεκίνησα». Πόσο σκληρό είναι να έλθει η ώρα; «Για όλους έρχεται. Ουδείς είναι υπεράνθρωπος. Είτε το τραβήξεις, είτε σου βάλουν σιδερένια χέρια και πόδια κάποια στιγμή θα το “κόψεις”. Είναι δύσκολο και αλλάζει η ζωή σου. Από απόλυτη προτεραιότητα, το μπάσκετ υποχωρεί.

Δεν μπορώ να πω ότι μου λείπει το μπάσκετ, γιατί, όταν νιώθω την ανάγκη, πάω στον Ηλυσιακό. Από τη στιγμή που δεν τα βρήκα με τον Παναθηναϊκό -για τους “χ”, “ψ” λόγους- μέσα σε μια ώρα είπα “πάω στον Ηλυσιακό”. Όχι για συναισθηματικούς λόγους, για να κλείσω τον κύκλο.

Το μόνο που με απασχολεί είναι αν με είδε κάποιο παιδάκι που είναι ρομαντικό, να σκεφτεί να ξεκινήσει να παίζει μπάσκετ. Αυτή είναι η χαρά μου. Μου έλεγαν “πήγαινε εκεί ή αλλού”. Τους είπα “μπορώ, δεν μπορώ, δεν θέλω να το κάνω».

Σε όλες τις αποφάσεις μου, ερχόμουν σε αντιπαράθεση με την οικογένειά μου, τους γονείς μου και τη γυναίκα μου. Γινόταν “πανηγύρι”. Στο τέλος έκανα πάντα ό,τι ήθελα. Τους έλεγα ότι “αν ήταν η δική σας η απόφαση, ας κάνατε ό,τι γουστάρετε. Είναι όμως, δική μου, οπότε θα κάνω ό,τι γουστάρω εγώ”. Ακούω πάντα τη γνώμη τους, αλλά δεν αλλάζω τη δική μου.

Είχα κουραστεί. Είχα συμβόλαιο με μια ομάδα και όπως έκανα πάντα, προσπάθησα να είμαι όσο πιο σωστός μπορώ. Να προσέχω τι τρώω, να ξεκουράζομαι. Τα πάντα. Έπειτα από τόσα χρόνια, όλο αυτο με είχε κουράσει. Και αν ήθελα να πάω σε μια επαγγελματική ομάδα, ποτέ δεν θα μπορούσα να είμαι “χύμα”. Και 1000 ευρώ το χρόνο να μου έδιναν, θα ήθελα να δώσω κάτι πίσω. Δεν μπορώ να είμαι “φρου φρου και αρώματα”. Αν έπαιζα σε επαγγελματική ομάδα, θα ήμουν όσο συνεπής είναι κάποιος που παίρνει 15.000.000. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Με είχε κουράσει η ρουτίνα.

Τον Ηλυσιακό τον βλέπω περισσότερο επαγγελματικά από πολλούς, αλλά όχι στο 100% όπως έκανα τόσα χρόνια. Προσπαθώ να πηγαίνω 3-4 φορές την εβδομάδα. Το βλέπω σαν να πηγαίνω γυμναστήριο. Τι να κάνω; Βάρη; Δεν μου άρεσαν όταν έπαιζα! Και γυμνάζομαι και παίζω μπάσκετ και χαίρομαι».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Πριν τον αφήσω, επιστρέφω στο γιο του και στο αν έχει καταλήξει στο πώς θα διαχειριστεί την κατάσταση ΕΑΝ επιλέξει να ακολουθήσει αυτόν το δρόμο. «Εάν -το τονίζω αυτό- το μπάσκετ είναι η επιλογή του, θα είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί του. Θα του πω ότι το άθλημα αυτό θα του δώσει τεράστιες χαρές -που δεν γίνεται να βιώσεις αλλού-, θα του δώσει πράγματα που δεν υπάρχουν αλλού, τεράστιες χαρές που δεν γίνεται να βιώσεις σε άλλο επάγγελμα, αλλά θα του “πάρει” και πράγματα που δεν σου “παίρνουν” άλλες δουλειές».

Ποιο είναι στο Νο1 των θετικών; Των χαρών; «Αποκτάς μια δεύτερη οικογένεια, ανθρώπους με τους οποίους περνάς όλη τη μέρα μαζί τους, από όταν θυμάσαι τον εαυτό σου. Θα σου πω κάτι. Σχολείο πήγα γιατί έπρεπε να πάω και ουσιαστικά δεν πήγα».

Το μπάσκετ ήταν αυτό που με έμαθε να συμπεριφέρομαι στην καθημερινότητά μου, με βοήθησε να κοινωνικοποιηθώ, να αποκτήσω αυτοπεποίθηση ως άνθρωπος, να πάω στο περίπτερο και να ξέρω να μιλήσω. Μετά τις αξίες που μου πέρασε η οικογένειά μου, το “σχολείο μου ήταν το μπάσκετ.

Θέλω να πω ότι δεν παίρνεις απλά μια μπάλα, κάνεις μύες, τρέχεις και γυμνάζεσαι. Το μπάσκετ σε μαθαίνει να είσαι τίμιος, να παίρνεις αυτό σου αναλογεί, να δίνεις αυτά που οφείλεις να δώσεις, σου μαθαίνει να εκτιμάς». Όλα αυτά συμβαίνουν, αν θες να συμβούν -γιατί είχα πρόχειρα κάπου στα 52 ονόματα παικτών που δεν “ένιωσαν”. «Καλά, αν κλείνεις τα μάτια σου, δεν θα μάθεις τίποτα γενικά στη ζωή».

Photo by: Georgia Panagopoulou / Tourette Photography.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε μια συναισθηματική φόρτιση, όπως αφηγούνταν τη ζωή του. Τον ρώτησα πώς γίνεται να επιβίωσε και να απήλαυσε θαυμαστή καριέρα, όντας ευαίσθητος και ειλικρινής σε χώρο που δεν επιβραβεύει αυτά τα στοιχεία. «Στο μπάσκετ, αν δεν είσαι αμείλικτος και ωμός, δεν έχεις τύχη. Και δεν παίζεις. Δεν λέω να γίνεις αγενής. Να είσαι ειλικρινής, αλλά να μένεις και σταθερός στις αρχές σου».

Γιατί στο τέλος της ημέρας, έρχεσαι αντιμέτωπος με τον εαυτό σου. Και, προφανώς, αν έχεις φτάσει έως εδώ, θα ‘χεις καταλάβει ότι ο Αντώνης μια ζωή έκανε πράγματα που είχαν ως στόχο να είναι καλά με τον εαυτό του. Να είναι χαρούμενος.

Η συνάντηση με τον Αντώνη Φώτση έγινε στο πλυντήριο αυτοκινήτων Golden Auto Moto Care, το οποίο διατηρεί στη Γλυφάδα. Στο γραφείο υπήρχαν πολλά αντικείμενα που παρέπεμπαν σε σπορ. Ο ίδιος εξήγησε πως κανένα από αυτά δεν είναι δικό του.

Photo Credits: Γεωργία Παναγοπούλου

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ